Στην Ολομέλεια της Βουλής, στη συζήτηση του Νομοσχεδίου του Υπουργείου Εσωτερικών για την τηλεργασία στον Δημόσιο Τομέα, την Πέμπτη 10 Ιουνίου 2021, τοποθετήθηκε η Βουλευτής του Κινήματος Αλλαγής Νάντια Γιαννακοπούλου.

Ξεκινώντας την ομιλία της, η βουλευτής αναφέρθηκε στο γεγονός της ταχύτερης μετάβασης στις δράσεις ψηφιοποίησης, όπως και στην τηλεργασία, στον δημόσιο τομέα, λόγω της πανδημίας.  Τόνισε ότι  για να επιτευχθεί το βήμα αυτό αποτελεσματικά, προϋποθέτει επενδύσεις σε τεχνολογία, αναβάθμιση δεξιοτήτων, δημιουργία νέων εθνικών υποδομών και το κατάλληλο ρυθμιστικό περιβάλλον.

Επιπλέον, δεν παρέλειψε να αναφέρει τα πρώτα σημαντικά και τολμηρά βήματα στην κατεύθυνση αυτή που ξεκίνησαν από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, το 2009, όπου εντάχθηκαν οι ψηφιακές δομές, όπως η διαδικτυακή πύλη «Ερμής», η Διαύγεια, η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και άλλα πολλά.

Η κα Γιαννακοπούλου, εισερχόμενη στην ουσία του σχεδίου νόμου, το χαρακτήρισε ως ένα πρώτο, αλλά δειλό βήμα για την κατοχύρωση της τηλεργασίας στο Δημόσιο, αφού αποτελεί διαδικασία που ήρθε για να μείνει.

Η ευελιξία αυτή, όμως, απαιτεί σύνθετη αντιμετώπιση και πλήρες πλαίσιο.

Επιπλέον, η βουλευτής τόνισε ότι για το Κίνημα Αλλαγής αποτελεί πάγια θέση η μετάβαση αυτή να γίνει συνολικά, για όλους τους εργαζόμενους, ακόμα και για τους λιγότερο προνομιούχους, χωρίς σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε διακινδύνευση είτε των προσωπικών δεδομένων είτε γενικότερα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Όπως, επίσης, επιβάλλεται η θέσπιση περαιτέρω ψηφιακής επιμόρφωσης των δημοσίων υπαλλήλων, ώστε να είναι άρτια εκπαιδευμένοι να υποστηρίξουν το έργο τους μέσω των διαδικασιών αυτών.

Στη συνέχεια, αναφέρθηκε συνοπτικά και σε ορισμένες αρνητικές διατάξεις του Σχεδίου Νόμου. Αρχικά, σχολίασε το υπόμνημα του Συνηγόρου του Πολίτη, το οποίο αναφέρει ότι το παρόν σχέδιο νόμου ρυθμίζει επί της ουσίας την περιστασιακή και όχι πλήρη τηλεργασία. Συγκεκριμένα επί των άρθρων, υπογράμμισε το άρθρο 5δ, για το σύστημα παρακολούθησης του χρόνου εργασίας για τον τηλεργαζόμενο, η οποία  είναι μία πρόβλεψη που προκάλεσε αντιδράσεις, αφού σε κανένα επόμενο άρθρο δεν υπάρχει εξειδίκευση του πώς θα γίνεται αυτό. Ομοίως και για την περαιτέρω εξειδίκευση των κείμενων γενικών ή διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα. Αρνητικά σημείο αποτελεί και η μη ρητή αναφορά του τρόπου προσμέτρηση τηλεργασίας στην υπερωριακή απασχόληση, η κατ’ εξαίρεση χρήση κάμερας τόσο για τις τηλεδιασκέψεις, όσο και για την παρακολούθηση του χρόνου εργασίας. Τέλος, αναφέρθηκε και στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, η οποία εξέφρασε μία σχετική επιφύλαξη ως προς την ισορροπία ισχύος ανάμεσα στην απαγόρευση και την εξαίρεση. Πολλά από τα ζητήματα που αφορούν την προστασία προσωπικών δεδομένων παραπέμπονται σε μεταγενέστερη έκδοση Προεδρικού Διατάγματος.

Κλείνοντας, η βουλευτής τοποθετήθηκε και επί της τροπολογίας για τις τροποποιήσεις στο β’ στάδιο του εισαγωγικού διαγωνισμού της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, χαρακτηρίζοντας αυτές ως ανεπίτρεπτες, αφού έρχονται σε σύντομο διάστημα πριν την έκδοση της προκήρυξης και αποτελούν ένα είδος αιφνιδιασμού για τους υποψηφίους. Αποτελεί θετικό γεγονός η προσπάθεια εκσυγχρονισμού του προγράμματος σπουδών, αλλά αυτή θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε επόμενες εξετάσεις, με τις απαιτούμενες μελέτες και χωρίς βιασύνες.

Τέλος, ως προς την τροπολογία που προβλέπεται έκτακτη ρύθμιση οφειλών προς ΟΤΑ Α΄ Βαθμού, τόνισε ότι θα πρέπει να απαλειφθεί η έναρξη από 15/02/2020, ώστε να μπορούν να υπαχθούν και παλαιότερες οφειλές, δίνοντας μία δεύτερη ευκαιρία σε περισσότερους πολίτες.

Και σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, το Κίνημα Αλλαγής είναι θετικό επί της αρχής του Σχέδιο Νόμου, όμως με βαρύτατες αντιρρήσεις στις αναφερόμενες διατάξεις, λέγοντας ότι η ψηφιακή μετατροπή του κράτους πρέπει να είναι ένα έργο που θα συνεχίζεται απ’ όλους χωρίς μικροπολιτικά παιχνίδια.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της τοποθέτησης:

Κύριε Υπουργέ,

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η πανδημία του Covid-19 έφερε στην επιφάνεια την ανάγκη της άμεσης επιτάχυνσης στο πέρασμα για την ψηφιακή εποχή. Μπροστά στην 4

βιομηχανική επανάσταση και στην εποχή του 5G, οι αλλαγές που συντελούνται στον ψηφιακό μετασχηματισμό οφείλουν να είναι συμβατές με τα δεδομένα που αντιμετωπίζουμε. Σημαντικοί τομείς της καθημερινότητας, της εκπαίδευσης, της εργασίας αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στις συνθήκες της νέας εποχής, πραγματοποιώντας το βήμα στην εξ’ αποστάσεως λειτουργία. Βεβαίως, δε θα μπορούσαν να μείνουν ανέγγιχτοι και οι τομείς του κράτους, όπως η διακυβέρνηση. Όμως, είναι εύκολα αντιληπτό ότι το γεγονός αυτό επιφέρει και νέες προκλήσεις, για τις οποίες οφείλουμε να είμαστε προετοιμασμένοι, ώστε να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε επάξια.

Η πανδημία, όπως προείπα, έχει δώσει αφορμή να προχωρήσουν ταχύτερα οι δράσεις ψηφιοποίησης και στον δημόσιο τομέα, να διευρυνθεί και η τηλεργασία. Όμως ο δρόμος για τη μετάβαση είναι μακρύς και προϋποθέτει επενδύσεις σε τεχνολογία, αναβάθμιση δεξιοτήτων, δημιουργία νέων εθνικών υποδομών και το κατάλληλο ρυθμιστικό περιβάλλον.

Στο σημείο αυτό, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στα σημαντικά και τολμηρά βήματα στην κατεύθυνση αυτή που ξεκίνησαν από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, το 2009, όπου εντάχθηκαν οι ψηφιακές δομές, όπως η διαδικτυακή πύλη «Ερμής», η Διαύγεια, η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και άλλα πολλά.

Εισερχόμενη στην ουσία του νομοσχεδίου, αρχικά είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι η συζήτησή του γίνεται πριν τη λήξη της πανδημίας και της επιστροφής στην πλήρη κανονικότητα.

Και το Σχέδιο Νόμου είναι ένα πρώτο, αλλά δειλό βήμα για την κατοχύρωση της τηλεργασίας στο Δημόσιο.

Η τηλεργασία, για την οποία συζητάμε σήμερα στο εν λόγω Σχέδιο Νόμου για την περίπτωση του Δημοσίου, ήρθε για να μείνει. Η έννοια της ευελιξίας τόσο στο ωράριο, όσο και στον τρόπο και τον τόπο παροχής της εργασίας, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση  αρνητική διάσταση. Όμως, σίγουρα απαιτεί σύνθετη αντιμετώπιση και πλήρες πλαίσιο.

Για εμάς, το Κίνημα Αλλαγής, θεωρούμε αναμφισβήτητα ότι η μετάβαση αυτή οφείλει να γίνει συνολικά, για όλους τους εργαζόμενους. Όλοι πρέπει να έχουν πρόσβαση στη τηλεργασία, ακόμα και οι λιγότερο προνομιούχοι, ώστε να μην καταστεί μια απασχόληση μόνο για αυτούς που διαθέτουν τους απαραίτητους τεχνολογικούς πόρους. Επιπροσθέτως, η πρόσβαση στη τηλεργασία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε διακινδύνευση είτε των προσωπικών δεδομένων είτε γενικότερα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.

Μέσω της τηλεργασίας θα βελτιωθούν και οι συνθήκες εργασίας, αλλά κυρίως και η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες. Επιβάλλεται, κύριε Υπουργέ, από την πλευρά σας, η θέσπιση περαιτέρω ψηφιακής επιμόρφωσης των δημοσίων υπαλλήλων, ώστε να είναι άρτια εκπαιδευμένοι να υποστηρίξουν το έργο τους μέσω των διαδικασιών αυτών.

Όμως, ενώ επί της αρχής το υπό συζήτηση μας βρίσκει σύμφωνους, υπάρχουν ορισμένες διατάξεις που θεωρούμε ότι κινούνται προς την λάθος κατεύθυνση και θα δημιουργήσουν σωρεία δυσλειτουργιών. Σας τις κατέθεσε αναλυτικά και ο Ειδικός Αγορητής μας, ο κος Καμίνης, αλλά θα αναφερθώ και εγώ συνοπτικά σε κάποιες απ’ αυτές.

Άξιο αναφοράς αποτελεί το υπόμνημα του Συνηγόρου του Πολίτη, καθώς αναφέρει ότι το παρόν σχέδιο νόμου ρυθμίζει επί της ουσίας την περιστασιακή και όχι πλήρη τηλεργασία.

–          Στο άρθρο 5δ, εισάγεται το σύστημα παρακολούθησης του χρόνου εργασίας για τον τηλεργαζόμενο. Από τη διατύπωση του νόμου αυτή φαντάζει προαιρετική («σε περίπτωση») και αναλογική («ανάλογα του στόχου που υπηρετεί και να περιορίζεται στο πλαίσιο του επιδιωκόμενου σκοπού») και επιβάλλεται από τις λειτουργικές ανάγκες του φορέα. Όμως είναι μία πρόβλεψη που προκάλεσε αντιδράσεις, αφού σε κανένα επόμενο άρθρο δεν υπάρχει εξειδίκευση του πώς θα γίνεται αυτό.

–          Επίσης πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερη εξειδίκευση τόσο ως προς το ποιες είναι κείμενες γενικές ή διατάξεις (ρητή αναφοράστον Υπαλληλικό Κώδικα). Αναμένουμε, κύριε Υπουργέ, τις διευκρινήσεις σας στα ζητήματα αυτά.

–          Επιπλέον, αρνητικά σημεία αποτελούν η μη ρητή αναφορά του τρόπου προσμέτρηση τηλεργασίας στην υπερωριακή απασχόληση, η κατ’ εξαίρεση χρήση κάμερας τόσο για τις τηλεδιασκέψεις, όσο και για την παρακολούθηση του χρόνου εργασίας.

–          Κατά την ακρόαση των φορέων η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων εξέφρασε μία σχετική επιφύλαξη ως προς την ισορροπία ισχύος ανάμεσα στην απαγόρευση και την εξαίρεση. Πολλά από τα ζητήματα που αφορούν την προστασία προσωπικών δεδομένων παραπέμπονται σε μεταγενέστερη έκδοση Προεδρικού Διατάγματος.

Αυτές είναι μερικές από τις διατάξεις στις οποίες διαφωνούμε και περιμένουμε απαντήσεις από την πλευρά σας.

Κλείνοντας, κύριε Υπουργέ, θέλω να αναφερθώ και σε όσα λαμβάνουν χώρα στο θέμα της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησηςκαι στην τροπολογία για τις τροποποιήσεις στο β’ στάδιο του εισαγωγικού διαγωνισμού της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης. Θεωρούμε, ως Κίνημα Αλλαγής, ότι είναι ανεπίτρεπτο να ετοιμάζετε και να προτείνετε αλλαγές σε σύντομο διάστημα πριν την έκδοση της προκήρυξης. Οι διαγωνιζόμενοι, έχουν ξεκινήσει την προετοιμασία τους εδώ και πολλούς μήνες σε συγκεκριμένη εξεταστέα ύλη και μαθήματα. Μία προετοιμασία επίπονη και άρτια επαγγελματική, ώστε να μπορέσουν να επιτύχουν. Με το να μπουν νέα μαθήματα στις επόμενες εξετάσεις αποτελεί ένα είδος αιφνιδιασμού, στο οποίο δεν αντιλαμβανόμαστε το λόγο της βιασύνης αυτής. Σαφώς και είμαστε θετικοί στον εκσυγχρονισμό του προγράμματος σπουδών, αλλά σε επόμενες εξετάσεις, με τις απαιτούμενες μελέτες και χωρίς βιασύνες.

Επιπλέον, θέλω να αναφερθώ και στην τροπολογία που προβλέπεται έκτακτη ρύθμιση οφειλών προς ΟΤΑ Α΄ Βαθμού. Σύμφωνα με το Α2 της τροπολογίας, ρυθμίζονται οφειλές που έχουν βεβαιωθεί ή πρόκειται να βεβαιωθούν από 15/2/2020 έως 30/06/21. Θα πρέπει να απαλειφθεί η έναρξη από 15/2/2020, ώστε να μπορούν να υπαχθούν και παλαιότερες οφειλές. Γιατί κάνετε αυτή τη διάκριση κύριε Υπουργέ; Έτσι θα αποτελεί μία δεύτερη ευκαιρία και για αυτούς τους πολίτες.

Κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Όπως τόνισε και ο εισηγητής μας, είμαστε θετικοί επί της αρχής του Σχέδιο Νόμου, όμως δε μπορούμε να μην καταψηφίσουμε τις διατάξεις στις οποίες έχουμε τις αντιρρήσεις που εκφράσαμε. Αποτελεί γεγονός ότι στηρίζουμε και προωθούμε όλες τις διατάξεις που θα καταφέρουν να πάνε την κοινωνία και τη χώρα μας ένα βήμα μπροστά. Και η ψηφιακή μετατροπή του κράτους πρέπει να είναι ένα έργο που θα συνεχίζεται απ’ όλους χωρίς μικροπολιτικά παιχνίδια.